Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
propager
01
διαδίδω
faire passer quelque chose à d'autres ou l'étendre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
propage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
propageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
propagerai
ενεστώτα μετοχή
propageant
παθητική μετοχή
propagé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
propagions
Παραδείγματα
Il a propagé la nouvelle à tous ses amis.
Διάδωσε τα νέα σε όλους τους φίλους του.
02
διαδίδω, εξαπλώνω
se répandre ou s'étendre
Παραδείγματα
Le feu s'est propagé rapidement dans la forêt.
Η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα στο δάσος.
03
διαδίδω, πολλαπλασιάζω
augmenter ou multiplier quelque chose
Παραδείγματα
Les jardiniers propagent les plantes par bouturage.
Οι κηπουροί πολλαπλασιάζουν τα φυτά με μοσχεύματα.



























