promouvoir
Pronunciation
/pʀɔmuvwaʀ/

Ορισμός και σημασία του "promouvoir"στα γαλλικά

promouvoir
01

προάγω, ανεβάζω σε θέση

donner à quelqu'un un poste plus élevé dans une hiérarchie
promouvoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
promois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
promouvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
promouvrai
ενεστώτα μετοχή
promouvant
παθητική μετοχή
promu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
promouvions
Παραδείγματα
Ils ont promu plusieurs cadres pendant la réunion.
Προώθησαν αρκετούς διευθυντές κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store