promouvoir
promouvoir
pʁɔmuvwaʁ
προμουβουαρ

Ορισμός και σημασία του "promouvoir"στα γαλλικά

promouvoir
01

προάγω, ανεβάζω σε θέση

donner à quelqu'un un poste plus élevé dans une hiérarchie 
promouvoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
promois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
promouvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
promouvrai
ενεστώτα μετοχή
promouvant
παθητική μετοχή
promu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
promouvions
Παραδείγματα
Elle a été promue directrice après cinq ans de travail. 

Προάχθηκε σε διευθύντρια μετά από πέντε χρόνια εργασίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store