Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
promouvoir
01
προάγω, ανεβάζω σε θέση
donner à quelqu'un un poste plus élevé dans une hiérarchie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
promois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
promouvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
promouvrai
ενεστώτα μετοχή
promouvant
παθητική μετοχή
promu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
promouvions
Παραδείγματα
Ils ont promu plusieurs cadres pendant la réunion.
Προώθησαν αρκετούς διευθυντές κατά τη διάρκεια της συνάντησης.



























