Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proliférer
01
πολλαπλασιάζομαι, πολλαπλασιάζομαι γρήγορα
se multiplier rapidement et en grand nombre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prolifère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
proliférons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
proliférerai
ενεστώτα μετοχή
proliférant
παθητική μετοχή
prolifirié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
proliférions
Παραδείγματα
Sans prédateurs naturels, ces insectes prolifèrent dangereusement.
Χωρίς φυσικούς θηρευτές, αυτά τα έντομα πολλαπλασιάζονται επικίνδυνα.
02
πολλαπλασιάζομαι, εξαπλώνομαι
se développer excessivement
Παραδείγματα
Des erreurs administratives prolifèrent dans ce système.
Τα διοικητικά λάθη πολλαπλασιάζονται σε αυτό το σύστημα.



























