proliférer
proliférer
pʁɔlifɛʁe
prawlifere
proférer

Ορισμός και σημασία του "proliférer"στα γαλλικά

proliférer
01

πολλαπλασιάζομαι, πολλαπλασιάζομαι γρήγορα

se multiplier rapidement et en grand nombre 
proliférer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prolifère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
proliférons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
proliférerai
ενεστώτα μετοχή
proliférant
παθητική μετοχή
prolifirié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
proliférions
Παραδείγματα
Les bactéries prolifèrent dans les milieux chauds et humides. 

Τα βακτήρια πολλαπλασιάζονται σε ζεστά και υγρά περιβάλλοντα.

02

πολλαπλασιάζομαι, εξαπλώνομαι

se développer excessivement 
proliférer definition and meaning
Παραδείγματα
Les centres commerciaux prolifèrent en périphérie des villes. 

Τα εμπορικά κέντρα πολλαπλασιάζονται στα προάστια των πόλεων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store