Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proliférer
01
πολλαπλασιάζομαι, πολλαπλασιάζομαι γρήγορα
se multiplier rapidement et en grand nombre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prolifère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
proliférons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
proliférerai
ενεστώτα μετοχή
proliférant
παθητική μετοχή
prolifirié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
proliférions
Παραδείγματα
Les bactéries prolifèrent dans les milieux chauds et humides.
Τα βακτήρια πολλαπλασιάζονται σε ζεστά και υγρά περιβάλλοντα.
02
πολλαπλασιάζομαι, εξαπλώνομαι
se développer excessivement
Παραδείγματα
Les centres commerciaux prolifèrent en périphérie des villes.
Τα εμπορικά κέντρα πολλαπλασιάζονται στα προάστια των πόλεων.



























