Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prohibitif
01
απαγορευτικός, υπερβολικά ακριβός
qui rend l'achat ou l'accès impossible à cause du prix
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus prohibitif
συγκριτικός βαθμός
plus prohibitif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prohibitif
αρσενικό πληθυντικό
prohibitifs
θηλυκό ενικό
prohibitive
θηλυκό πληθυντικό
prohibitives
Παραδείγματα
Les frais d' inscription à cette université sont prohibitif.
Τα τέλη εγγραφής σε αυτό το πανεπιστήμιο είναι απαγορευτικά.
02
απαγορευτικός, αποτρεπτικός
qui rend quelque chose difficile ou impossible à réaliser
Παραδείγματα
Un tarif prohibitif peut décourager les touristes.
Ένας απαγορευτικός δασμός μπορεί να αποθαρρύνει τους τουρίστες.



























