progresser
prog
pʁɔg
prawg
re
ʁɛ
re
sser
se
se
professer

Ορισμός και σημασία του "progresser"στα γαλλικά

progresser
01

προχωρώ, βελτιώνομαι

avancer ou s'améliorer dans un domaine ou une activité 
progresser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
progresse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
progressons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
progresserai
ενεστώτα μετοχή
progressant
παθητική μετοχή
progressé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
progressions
Παραδείγματα
Il progresse rapidement en français. 

Προοδεύει γρήγορα στα γαλλικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store