Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
progresser
01
προχωρώ, βελτιώνομαι
avancer ou s'améliorer dans un domaine ou une activité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
progresse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
progressons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
progresserai
ενεστώτα μετοχή
progressant
παθητική μετοχή
progressé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
progressions
Παραδείγματα
Nous devons progresser pour atteindre nos objectifs.
Πρέπει να προοδεύσουμε για να επιτύχουμε τους στόχους μας.



























