le profit
Pronunciation
/pʀɔfi/

Ορισμός και σημασία του "profit"στα γαλλικά

Le profit
[gender: masculine]
01

κέρδος, όφελος

avantage ou bénéfice tiré d'une situation
le profit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
profits
Παραδείγματα
Ils ont investi dans l' immobilier pour obtenir un profit.
Επένδυσαν σε ακίνητα για να αποκτήσουν κέρδος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store