proche
proche
pʁɔʃ
prawsh
pochepiocheporchepruche

Ορισμός και σημασία του "proche"στα γαλλικά

01

κοντινός, γειτονικός

qui est à courte distance dans l'espace, le temps ou dans les relations 
proche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus proche
συγκριτικός βαθμός
plus proche
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
proche
αρσενικό πληθυντικό
proches
θηλυκό ενικό
proche
θηλυκό πληθυντικό
proches
θεματικό πεδίο
distance, relation, temps
Παραδείγματα
Sa maison est proche de l'école. 

Το σπίτι του είναι κοντά στο σχολείο.

01

συγγενής, οικείος

membre de la famille ou personne très proche sur le plan affectif 
le proche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
proches
Παραδείγματα
Il a invité tous ses proches à la fête. 

Προσκάλεσε όλους τους συγγενείς του στο πάρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store