proche
Pronunciation
/pʀɔʃ/

Ορισμός και σημασία του "proche"στα γαλλικά

01

κοντινός, γειτονικός

qui est à courte distance dans l'espace, le temps ou dans les relations
proche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus proche
συγκριτικός βαθμός
plus proche
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
proche
αρσενικό πληθυντικό
proches
θηλυκό ενικό
proche
θηλυκό πληθυντικό
proches
Παραδείγματα
Ils vivent dans un village proche de la mer.
Ζουν σε ένα χωριό κοντά στη θάλασσα.
01

συγγενής, οικείος

membre de la famille ou personne très proche sur le plan affectif
le proche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
proches
Παραδείγματα
Les proches se sont réunis pour célébrer l' anniversaire.
Οι κοντινοί συγκεντρώθηκαν για να γιορτάσουν τα γενέθλια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store