Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proche
01
κοντινός, γειτονικός
qui est à courte distance dans l'espace, le temps ou dans les relations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus proche
συγκριτικός βαθμός
plus proche
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
proche
αρσενικό πληθυντικό
proches
θηλυκό ενικό
proche
θηλυκό πληθυντικό
proches
Παραδείγματα
Sa maison est proche de l'école.
Το σπίτι του είναι κοντά στο σχολείο.
Le proche
01
συγγενής, οικείος
membre de la famille ou personne très proche sur le plan affectif
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
proches
Παραδείγματα
Il a invité tous ses proches à la fête.
Προσκάλεσε όλους τους συγγενείς του στο πάρτι.



























