prochain
prochain
pʁɔʃɛ̃
prawshe

Ορισμός και σημασία του "prochain"στα γαλλικά

01

επόμενος, προσεχής

qui vient juste après dans le temps ou l'espace 
prochain definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prochain
αρσενικό πληθυντικό
prochains
θηλυκό ενικό
prochaine
θηλυκό πληθυντικό
prochaines
θεματικό πεδίο
temps, espace, ordre
Παραδείγματα
Le train prochain arrive dans dix minutes. 

Το επόμενο τρένο φτάνει σε δέκα λεπτά.

01

πλησίον, συγγενής

autre personne, surtout dans un contexte moral ou religieux 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
prochains
θηλυκό ενικό
prochaine
Παραδείγματα
Aide ton prochain dans le besoin. 

Βοήθησε τον πλησίον σου στη ανάγκη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store