Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
probable
01
πιθανός, ενδεχόμενος
qui a de fortes chances de se produire ou d'être vrai
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus probable
συγκριτικός βαθμός
plus probable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
probable
αρσενικό πληθυντικό
probables
θηλυκό ενικό
probable
θηλυκό πληθυντικό
probables
Παραδείγματα
Il est probable qu'il vienne demain.
Είναι πιθανό να έρθει αύριο.
Λεξικό Δέντρο
improbable
probable



























