procurer
procurer
pʁɔkyʁe
prawkyre
proférerprocéderprocréer

Ορισμός και σημασία του "procurer"στα γαλλικά

procurer
01

αποκτώ, προμηθεύομαι

obtenir quelque chose pour soi-même 
procurer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
procurer
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
procurons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
procurerai
ενεστώτα μετοχή
procurant
παθητική μετοχή
procuré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
procurions
Παραδείγματα
Je dois me procurer un nouveau passeport. 

Πρέπει να προμηθευτώ ένα νέο διαβατήριο για τον εαυτό μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store