Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
procurer
01
αποκτώ, προμηθεύομαι
obtenir quelque chose pour soi-même
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
procurer
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
procurons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
procurerai
ενεστώτα μετοχή
procurant
παθητική μετοχή
procuré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
procurions
Παραδείγματα
Tu devrais te procurer un bon dictionnaire.
Θα έπρεπε να προμηθευτείς ένα καλό λεξικό.



























