Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prescrire
01
συνταγογραφώ
ordonner l'usage d'un médicament ou d'un traitement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prescris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prescrivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
prescrirai
ενεστώτα μετοχή
prescrivant
παθητική μετοχή
prescrit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
prescrivions
Παραδείγματα
Dans ce cas, que prescrivez -vous docteur?
Σε αυτή την περίπτωση, τι συνταγογραφείτε, γιατρέ;
02
παραγράφεται, εκπνέει λόγω παραγραφής
perdre sa validité légale après un certain délai
Παραδείγματα
Si vous n' agissez pas, vos droits prescriront.
Εάν δεν ενεργήσετε, τα δικαιώματά σας θα παραγραφούν.



























