prescrire
Pronunciation
/pʁɛskʁˈiʁ/

Ορισμός και σημασία του "prescrire"στα γαλλικά

prescrire
01

συνταγογραφώ

ordonner l'usage d'un médicament ou d'un traitement
prescrire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prescris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prescrivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
prescrirai
ενεστώτα μετοχή
prescrivant
παθητική μετοχή
prescrit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
prescrivions
Παραδείγματα
Dans ce cas, que prescrivez -vous docteur?
Σε αυτή την περίπτωση, τι συνταγογραφείτε, γιατρέ;
02

παραγράφεται, εκπνέει λόγω παραγραφής

perdre sa validité légale après un certain délai
Παραδείγματα
Si vous n' agissez pas, vos droits prescriront.
Εάν δεν ενεργήσετε, τα δικαιώματά σας θα παραγραφούν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store