prescrire
presc
pʁɛsk
presk
rire
ʁiʁ
rir
proscrire

Ορισμός και σημασία του "prescrire"στα γαλλικά

prescrire
01

συνταγογραφώ

ordonner l'usage d'un médicament ou d'un traitement 
prescrire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prescris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prescrivons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
prescrirai
ενεστώτα μετοχή
prescrivant
παθητική μετοχή
prescrit
α΄ πληθυντικό παρατατικού
prescrivions
Παραδείγματα
Le médecin va prescrire des antibiotiques. 

Ο γιατρός θα συνταγογραφήσει αντιβιοτικά.

02

παραγράφεται, εκπνέει λόγω παραγραφής

perdre sa validité légale après un certain délai 
Παραδείγματα
L'action en justice a prescrit après 5 ans. 

Η νομική αγωγή παραγραφόταν μετά από 5 χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store