Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La presse
01
εκτύπωση, τυπογραφείο
ensemble des moyens techniques servant à imprimer des textes ou des images
Παραδείγματα
Le livre est encore en cours de presse.
Το βιβλίο είναι ακόμα σε εκτύπωση.
02
Τύπος, Μέσα Επικοινωνίας
ensemble des journaux, magazines et médias écrits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
presses
Παραδείγματα
La presse a beaucoup parlé de cet événement.
Ο τύπος μίλησε πολύ για αυτό το γεγονός.
03
πρέσα, μηχανή πίεσης
machine utilisée pour comprimer ou aplatir des objets en exerçant une forte pression
Παραδείγματα
Il a utilisé la presse pour écraser le métal.
Χρησιμοποίησε την πρέσα για να συνθλίψει το μέταλλο.



























