Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La presse
01
εκτύπωση, τυπογραφείο
ensemble des moyens techniques servant à imprimer des textes ou des images
Παραδείγματα
Ce journal sortira dès que la presse aura terminé.
Αυτή η εφημερίδα θα κυκλοφορήσει μόλις ολοκληρωθεί η εκτύπωση.
02
Τύπος, Μέσα Επικοινωνίας
ensemble des journaux, magazines et médias écrits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
presses
Παραδείγματα
Elle lit la presse chaque matin avant d' aller au travail.
Διαβάζει τον τύπο κάθε πρωί πριν πάει στη δουλειά.
03
πρέσα, μηχανή πίεσης
machine utilisée pour comprimer ou aplatir des objets en exerçant une forte pression
Παραδείγματα
Cette presse sert à fabriquer des pièces automobiles.
Αυτή η πρέσα χρησιμοποιείται για την κατασκευή εξαρτημάτων αυτοκινήτων.



























