Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pourpre
01
πορφυρό, βαθύ κόκκινο
de couleur rouge foncé tirant sur le violet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus pourpre
συγκριτικός βαθμός
plus pourpre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pourpre
αρσενικό πληθυντικό
pourpres
θηλυκό ενικό
pourpre
θηλυκό πληθυντικό
pourpres
Παραδείγματα
Le ciel prend une teinte pourpre au coucher du soleil.
Ο ουρανός παίρνει μια πορφυρή απόχρωση κατά τη δύση του ηλίου.
La pourpre
01
ερύθημα, κοκκίνισμα
rougeur intense du visage (due à une émotion ou une chaleur)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La pourpre lui monta aux joues quand il la complimenta.
Το πορφυρό ανέβηκε στα μάγουλά της όταν την επαίνεσε.



























