posséder
possé
pɔse
pawse
der
de
de
procéder

Ορισμός και σημασία του "posséder"στα γαλλικά

posséder
01

κατέχω, έχω

avoir quelque chose en sa propriété ou en sa possession 
posséder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
possède
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
possédons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
posséderai
ενεστώτα μετοχή
possédant
παθητική μετοχή
possédé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
possédions
Παραδείγματα
Il possède une grande maison à la campagne. 

Κατέχει ένα μεγάλο σπίτι στην ύπαιθρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store