Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
posséder
01
κατέχω, έχω
avoir quelque chose en sa propriété ou en sa possession
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
possède
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
possédons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
posséderai
ενεστώτα μετοχή
possédant
παθητική μετοχή
possédé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
possédions
Παραδείγματα
Ils possèdent une entreprise internationale.
Κατέχουν μια διεθνή εταιρεία.



























