Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
postuler
01
υποβάλλω αίτηση, αποτελώ υποψήφιο
demander officiellement un emploi, une place ou une fonction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
postule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
postulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
postulerai
ενεστώτα μετοχή
postulant
παθητική μετοχή
postulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
postulions
Παραδείγματα
Ils ont postulé sans vraiment croire qu' ils seraient choisis.
Κάναν αίτηση χωρίς να πιστεύουν πραγματικά ότι θα επιλεγούν.



























