Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
postuler
01
υποβάλλω αίτηση, αποτελώ υποψήφιο
demander officiellement un emploi , une place ou une fonction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
postule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
postulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
postulerai
ενεστώτα μετοχή
postulant
παθητική μετοχή
postulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
postulions
Παραδείγματα
Elle a postulé pour un poste dans une grande entreprise.
Αυτή υπέβαλε αίτηση για μια θέση σε μια μεγάλη εταιρεία.



























