la postface
post
pɔst
ποστ
face
fas
φασ
paroissecarapaceculassemonospace

Ορισμός και σημασία του "postface"στα γαλλικά

01

επίλογος, μεταγράμμα

texte placé à la fin d'un livre, écrit après l'ouvrage principal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
postfaces
Παραδείγματα
L'autrice a ajouté une postface pour expliquer son inspiration. 

Η συγγραφέας πρόσθεσε ένα επίλογο για να εξηγήσει την έμπνευσή της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

postface
face
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store