la pose
pose
poz
poz

Ορισμός και σημασία του "pose"στα γαλλικά

01

εγκατάσταση, τοποθέτηση

action de mettre en place quelque chose (carrelage, fenêtre, appareil…) 
la pose definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
poses
Παραδείγματα
La pose du carrelage a pris toute la journée. 

Η τοποθέτηση των πλακιδίων πήρε όλη την ημέρα.

02

πόζα, στάση

attitude du corps adoptée pour une photo ou un dessin 
Παραδείγματα
Elle a pris une pose naturelle pour la photo. 

Πήρε μια φυσική πόζα για τη φωτογραφία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store