Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pose
01
εγκατάσταση, τοποθέτηση
action de mettre en place quelque chose (carrelage, fenêtre, appareil…)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
poses
Παραδείγματα
La pose d' une porte peut être complexe.
Η εγκατάσταση μιας πόρτας μπορεί να είναι πολύπλοκη.
02
πόζα, στάση
attitude du corps adoptée pour une photo ou un dessin
Παραδείγματα
Choisis une pose où tu es à l' aise.
Επίλεξε μια ποζά στην οποία αισθάνεσαι άνετα.



























