Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La portée
01
νέομα, γέννα
ensemble des petits nés d'un animal à la même portée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
portées
Παραδείγματα
La chatte a eu une portée de quatre chatons.
Η γάτα είχε μια γέννα τεσσάρων γατιών.
02
πεντάγραμμο, μουσική γραμμή
ensemble de cinq lignes sur lesquelles on écrit les notes de musique
Παραδείγματα
Les notes sont placées sur la portée pour être lues par les musiciens.
Οι νότες τοποθετούνται στο πεντάγραμμο για να διαβαστούν από τους μουσικούς.
03
βεληνεκές, εύρος
distance maximale qu'un projectile ou une arme peut atteindre
Παραδείγματα
La portée du fusil est de plusieurs centaines de mètres.
Το βεληνεκές του τουφεκιού είναι αρκετές εκατοντάδες μέτρα.
04
επιρροή, απήχηση
effet ou influence que quelque chose peut avoir
Παραδείγματα
Cette décision a une grande portée sur l'économie.
Αυτή η απόφαση έχει μεγάλη επιρροή στην οικονομία.



























