le poids
Pronunciation
/pwɑ/

Ορισμός και σημασία του "poids"στα γαλλικά

01

βάρος, μάζα

la mesure de la masse ou la force avec laquelle un corps est attiré par la gravité
le poids definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
poids
Παραδείγματα
Le poids de la valise dépasse la limite autorisée.
Το βάρος της βαλίτσας υπερβαίνει το επιτρεπόμενο όριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store