Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La poche
[gender: feminine]
01
τσέπη, σακούλα
partie d'un vêtement servant à contenir de petites choses
Παραδείγματα
Il avait un billet de dix euros dans sa poche.
Είχε ένα χαρτονόμισμα των δέκα ευρώ στην τσέπη του.
02
τσέπη, σακούλα
petit sac ou cavité naturelle du corps ou d'un objet
Παραδείγματα
Une poche d' eau s' est créée sous la route.
Μια τσέπη νερού σχηματίστηκε κάτω από το δρόμο.



























