le pneu
Pronunciation
/pnˈø/

Ορισμός και σημασία του "pneu"στα γαλλικά

Le pneu
[gender: masculine]
01

ελαστικό, λαστιχένια τροχιά

enveloppe en caoutchouc remplie d'air placée autour d'une roue
le pneu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pneus
Παραδείγματα
Les pneus usés peuvent causer des accidents.
Τα φθαρμένα ελαστικά μπορούν να προκαλέσουν ατυχήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store