la perturbation
perturbation
pɛʁtyʁbasjɔ̃
pertyrbasyaw

Ορισμός και σημασία του "perturbation"στα γαλλικά

La perturbation
01

διατάραξη, παρεμπόδιση

trouble ou dérangement dans le fonctionnement normal de quelque chose 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
perturbations
Παραδείγματα
Une perturbation du réseau a interrompu le service. 

Μια διαταραχή του δικτύου διέκοψε την υπηρεσία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store