persuader
persuader
pɛʁsɥade
persüade

Ορισμός και σημασία του "persuader"στα γαλλικά

persuader
01

πείθω, διαπείθω

faire changer d'avis quelqu'un en lui donnant des raisons ou des preuves 
persuader definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
persuade
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
persuadons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
persuaderai
ενεστώτα μετοχή
persuadant
παθητική μετοχή
persuadé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
persuadions
Παραδείγματα
Il a réussi à persuader son ami de venir avec lui. 

Κατάφερε να πείσει τον φίλο του να έρθει μαζί του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store