Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
persuader
01
πείθω, διαπείθω
faire changer d'avis quelqu'un en lui donnant des raisons ou des preuves
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
persuade
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
persuadons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
persuaderai
ενεστώτα μετοχή
persuadant
παθητική μετοχή
persuadé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
persuadions
Παραδείγματα
Tu dois persuader le jury de ta sincérité.
Πρέπει να πείσεις την κριτική επιτροπή για την ειλικρίνειά σου.



























