Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
permettre
01
επιτρέπω, δίνω τη δυνατότητα
autoriser quelqu'un à faire quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
permets
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
permettons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
permettrai
ενεστώτα μετοχή
permettant
παθητική μετοχή
permis
α΄ πληθυντικό παρατατικού
permettions
Παραδείγματα
Ce pass permet d'entrer dans le bâtiment.
Αυτή η άδεια επιτρέπει την είσοδο στο κτίριο.
02
επιτρέπω, καθιστώ δυνατό
endre possible quelque chose
Παραδείγματα
Cette technologie permet d'améliorer la communication.
Αυτή η τεχνολογία επιτρέπει τη βελτίωση της επικοινωνίας.
03
επιτρέπω στον εαυτό μου, δίνω άδεια στον εαυτό μου
s'accorder la permission de faire quelque chose, souvent avec une idée de courage ou d'audace
Παραδείγματα
Il ne se permet jamais de parler comme ça.
Δεν επιτρέπει ποτέ στον εαυτό του να μιλήσει έτσι.



























