percer
per
pɛʁ
per
cer
se
se
perlerperceurpercher

Ορισμός και σημασία του "percer"στα γαλλικά

percer
01

ανακαλύπτω, καταλαβαίνω

découvrir ou comprendre après investigation 
percer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
perce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
perçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
percerai
ενεστώτα μετοχή
perçant
παθητική μετοχή
percé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
percions
Παραδείγματα
La police a fini par percer le mystère. 

Η αστυνομία τελικά αποκάλυψε το μυστήριο.

02

τρυπώ, ανοίγω τρύπα

faire un trou dans un matériau 
percer definition and meaning
Παραδείγματα
Je dois percer le mur pour accrocher le tableau. 

Πρέπει να τρυπήσω τον τοίχο για να κρεμάσω τον πίνακα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store