Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
percer
01
ανακαλύπτω, καταλαβαίνω
découvrir ou comprendre après investigation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
perce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
perçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
percerai
ενεστώτα μετοχή
perçant
παθητική μετοχή
percé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
percions
Παραδείγματα
La police a fini par percer le mystère.
Η αστυνομία τελικά αποκάλυψε το μυστήριο.
02
τρυπώ, ανοίγω τρύπα
faire un trou dans un matériau
Παραδείγματα
Je dois percer le mur pour accrocher le tableau.
Πρέπει να τρυπήσω τον τοίχο για να κρεμάσω τον πίνακα.



























