Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
percer
01
ανακαλύπτω, καταλαβαίνω
découvrir ou comprendre après investigation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
perce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
perçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
percerai
ενεστώτα μετοχή
perçant
παθητική μετοχή
percé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
percions
Παραδείγματα
Après des années de recherche, elle a percé l' énigme.
Μετά από χρόνια έρευνας, έλυσε το αίνιγμα.
02
τρυπώ, ανοίγω τρύπα
faire un trou dans un matériau
Παραδείγματα
L' orage a percé le toit en tôle.
Η καταιγίδα τρύπησε τη σκεπή από λαμαρίνα.



























