peigner
peigner
pɛɲe
penie
peiner

Ορισμός και σημασία του "peigner"στα γαλλικά

peigner
01

χτενίζομαι, τακτοποιώ τα μαλλιά μου

se démêler ou arranger ses cheveux avec un peigne 
peigner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
peigne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
peignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
peignerai
ενεστώτα μετοχή
peignant
παθητική μετοχή
peigné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
peignions
Παραδείγματα
Elle se peigne devant le miroir chaque matin. 

Αυτή χτενίζεται μπροστά στον καθρέφτη κάθε πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store