payer
pa
pe
yer
je
ye
payeurparerpanerpagayer

Ορισμός και σημασία του "payer"στα γαλλικά

01

πληρώνω, καταβάλλω

donner de l'argent en échange de quelque chose 
payer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
paie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
payons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
paierai
ενεστώτα μετοχή
payant
παθητική μετοχή
payé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
payions
Παραδείγματα
Je dois payer la facture avant ce soir. 

Πρέπει να πληρώσω τον λογαριασμό πριν από απόψε.

02

πληρώνω

donner de l'argent régulièrement à quelqu'un pour son travail 
payer definition and meaning
Παραδείγματα
L'entreprise paie ses employés tous les mois. 

Η εταιρεία πληρώνει τους υπαλλήλους της κάθε μήνα.

03

αγοράζω για τον εαυτό μου, αγοράζω για μένα

acheter quelque chose pour soi-même 
Παραδείγματα
Elle s'est payé une nouvelle robe pour son anniversaire. 

Αγόρασε για τον εαυτό της ένα νέο φόρεμα για τα γενέθλιά της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store