Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
payer
01
πληρώνω, καταβάλλω
donner de l'argent en échange de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
paie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
payons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
paierai
ενεστώτα μετοχή
payant
παθητική μετοχή
payé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
payions
Παραδείγματα
Ils paieront à la fin du mois.
Θα πληρώσουν στο τέλος του μήνα.
02
πληρώνω
donner de l'argent régulièrement à quelqu'un pour son travail
Παραδείγματα
Le patron paiera les salaires la semaine prochaine.
Το αφεντικό θα πληρώσει τους μισθούς την επόμενη εβδομάδα.
03
αγοράζω για τον εαυτό μου, αγοράζω για μένα
acheter quelque chose pour soi-même
Παραδείγματα
Il s' est payé un cadeau après son succès.
Πλήρωσε στον εαυτό του ένα δώρο μετά την επιτυχία του.



























