le passeport
passe
pɑs
paas
port
pɔʁ
pawr

Ορισμός και σημασία του "passeport"στα γαλλικά

01

διαβατήριο, έγγραφο ταξιδιού

document officiel permettant de voyager à l'étranger 
le passeport definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
passeports
Παραδείγματα
Mon passeport expire dans six mois. 

Το διαβατήριό μου λήγει σε έξι μήνες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store