le passager
pa
pa
pa
ssa
sɑ
saa
ger
ʒe
zhe
paysager

Ορισμός και σημασία του "passager"στα γαλλικά

01

επιβάτης, ταξιδιώτης

personne qui voyage dans un véhicule sans faire partie de l'équipage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
passagers
αρσενικό ενικό
passager
θηλυκό ενικό
passagère
neutral form
voyageur
Παραδείγματα
Le bus peut transporter 50 passagers. 

Το λεωφορείο μπορεί να μεταφέρει 50 επιβάτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store