Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le passager
01
επιβάτης, ταξιδιώτης
personne qui voyage dans un véhicule sans faire partie de l'équipage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
passagers
Παραδείγματα
Le bus peut transporter 50 passagers.
Το λεωφορείο μπορεί να μεταφέρει 50 επιβάτες.



























