Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'ouvreur
01
εξυπηρέτηση θεατών, ελεγκτής εισιτηρίων
personne qui contrôle les billets et aide les spectateurs à trouver leur place dans un cinéma ou un théâtre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ouvreurs
αρσενικό ενικό
ouvreur
θηλυκό ενικό
ouvreuse
Παραδείγματα
L'ouvreuse a montré aux spectateurs leurs sièges.
Ο εισπράκτορας έδειξε στους θεατές τις θέσεις τους.
LanGeek



























