Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
orphelin
01
ορφανός, χωρίς γονείς
qui a perdu ses parents ou l'un de ses parents (souvent appliqué à un enfant)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
orphelin
αρσενικό πληθυντικό
orphelins
θηλυκό ενικό
orpheline
θηλυκό πληθυντικό
orphelines
Παραδείγματα
Après l' accident, les deux frères sont devenus orphelins.
Μετά το ατύχημα, οι δύο αδερφοί έγιναν ορφανοί.
02
σπάνιος, μοναδικός
Très rare, unique, ou sans équivalent dans un contexte donné (surtout utilisé dans des contextes spécialisés comme la médecine, la linguistique, etc.)
Παραδείγματα
C' est un cas orphelin sans précédent dans la jurisprudence.
Είναι μια μοναδική υπόθεση χωρίς προηγούμενο στη νομολογία.
L'orphelin
[gender: masculine]
01
ορφανός, ορφανή
enfant ou personne dont les deux parents ou au moins un parent est mort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
orphelins
Παραδείγματα
L' orphelin se sentait seul malgré la présence des autres enfants.
Ο ορφανός αισθανόταν μοναξιά παρά την παρουσία των άλλων παιδιών.



























