Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oisif
01
άεργος, αδρανής
qui ne travaille pas, qui ne fait rien d'utile
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus oisif
συγκριτικός βαθμός
plus oisif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
oisif
αρσενικό πληθυντικό
oisifs
θηλυκό ενικό
oisive
θηλυκό πληθυντικό
oisives
Παραδείγματα
Je ne veux pas rester oisif pendant les vacances.
Δεν θέλω να παραμείνω αδρανής κατά τις διακοπές.
L'oisif
[gender: masculine]
01
τεμπέλης, άεργος
personne qui ne travaille pas ou qui ne fait rien d'utile
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
oisifs
Παραδείγματα
Elle ne veut pas devenir une oisive comme son frère.
Δεν θέλει να γίνει τεμπέλα σαν τον αδερφό της.



























