oisif
oisif
zɪf
ζιφ
réciffictifpassifriff

Ορισμός και σημασία του "oisif"στα γαλλικά

01

άεργος, αδρανής

qui ne travaille pas, qui ne fait rien d'utile 
oisif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus oisif
συγκριτικός βαθμός
plus oisif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
oisif
αρσενικό πληθυντικό
oisifs
θηλυκό ενικό
oisive
θηλυκό πληθυντικό
oisives
θεματικό πεδίο
activité, travail, comportement
Παραδείγματα
Il est resté oisif toute la journée à la maison. 

Παραμένει άπραγος όλη την ημέρα στο σπίτι.

01

τεμπέλης, άεργος

personne qui ne travaille pas ou qui ne fait rien d'utile 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
oisifs
αρσενικό ενικό
oisif
θηλυκό ενικό
oisive
Παραδείγματα
Cet oisif passe ses journées à ne rien faire. 

Αυτός ο τεμπέλης περνάει τις μέρες του χωρίς να κάνει τίποτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store