l'oiseau
Pronunciation
/wazo/

Ορισμός και σημασία του "oiseau"στα γαλλικά

01

πουλί, πτηνό

animal avec des plumes qui peut voler
l'oiseau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
oiseaux
Παραδείγματα
On peut entendre le chant des oiseaux au printemps.
Μπορείς να ακούσεις το τραγούδι των πουλιών την άνοιξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store