Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'oisillon
01
νεοσσός, πουλάκι
petit de l'oiseau encore dans le nid ou récemment sorti de l'œuf
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
oisillons
Παραδείγματα
L'oisillon reste dans le nid sous la surveillance de ses parents.
Το νεοσσός παραμένει στη φωλιά υπό την επίβλεψη των γονέων του.



























