offusquer
o
ɔ
aw
ffus
fys
fys
quer
ke
ke

Ορισμός και σημασία του "offusquer"στα γαλλικά

offusquer
01

προσβάλλω, ενοχλώ

provoquer de l'irritation ou du mécontentement chez quelqu'un 
offusquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
offusque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
offusquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
offusquerai
παθητική μετοχή
offusqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
offusquions
Παραδείγματα
Ses remarques ont offusqué ses collègues. 

Οι παρατηρήσεις του προσέβαλαν τους συναδέλφους του.

02

προσβάλλομαι, αισθάνομαι πληγωμένος

se sentir blessé ou irrité par quelque chose 
offusquer definition and meaning
Παραδείγματα
Il s'offusque facilement des remarques des autres. 

Εύκολα προσβάλλεται από τα σχόλια των άλλων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store