l'offre
Pronunciation
/ɔfʀ/

Ορισμός και σημασία του "offre"στα γαλλικά

L'offre
[gender: feminine]
01

προσφορά, πρόταση

proposition ou suggestion faite à quelqu'un
l'offre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
offres
Παραδείγματα
Elle a refusé l' offre parce qu' elle n' était pas intéressante.
Αρνήθηκε την προσφορά γιατί δεν ήταν ενδιαφέρουσα.
02

προσφορά, παροχή

quantité de biens ou services proposée sur le marché
Παραδείγματα
Une bonne offre de produits attire plus de clients.
Μια καλή προσφορά προϊόντων προσελκύει περισσότερους πελάτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store