Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'obturation
01
αποφράξεις, μπλοκάρισμα
action ou état de bloquer ou de boucher un passage, un conduit ou une ouverture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
obturations
Παραδείγματα
L'obturation des voies respiratoires peut être dangereuse.
Η αποφράξι των αναπνευστικών οδών μπορεί να είναι επικίνδυνη.
02
σφράγιση, γέμισμα
opération consistant à remplir une cavité dentaire pour réparer une dent cariée
Παραδείγματα
Le dentiste a réalisé une obturation sur la molaire du patient.
Ο οδοντίατρος πραγματοποίησε μια σφράγιση στον τραπεζίτη του ασθενούς.



























