l'obstacle
obs
ɔps
awps
tacle
takl
takl

Ορισμός και σημασία του "obstacle"στα γαλλικά

01

εμπόδιο, φράγμα

chose matérielle qui bloque le passage 
l'obstacle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
obstacles
Παραδείγματα
Une pierre sur la route était un obstacle pour les voitures. 

Μια πέτρα στο δρόμο ήταν ένα εμπόδιο για τα αυτοκίνητα.

02

εμπόδιο, δυσκολία

difficulté ou empêchement moral, psychologique ou matériel 
Παραδείγματα
Le manque d'argent est un obstacle à son projet. 

Η έλλειψη χρημάτων είναι ένα εμπόδιο για το έργο του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store