Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obligatoire
01
qui doit être fait ou respecté, imposé par la loi ou la règle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
obligatoire
αρσενικό πληθυντικό
obligatoires
θηλυκό ενικό
obligatoire
θηλυκό πληθυντικό
obligatoires
Παραδείγματα
La participation aux réunions est obligatoire pour tous les employés.



























