Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La nuisance
01
επιβάρυνση, πρόβλημα
quelque chose qui cause un problème ou un désagrément
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
nuisances
Παραδείγματα
Le bruit est une nuisance pour les habitants.
Ο θόρυβος είναι πρόβλημα για τους κατοίκους.



























