la nuisance
nuisance
nɥizɑ̃s
nüizaas

Ορισμός και σημασία του "nuisance"στα γαλλικά

01

επιβάρυνση, πρόβλημα

quelque chose qui cause un problème ou un désagrément 
la nuisance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
nuisances
Παραδείγματα
Le bruit est une nuisance pour les habitants. 

Ο θόρυβος είναι πρόβλημα για τους κατοίκους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store