la nuit
nuit
nɥi
nüi
cuitrémiprixouïe

Ορισμός και σημασία του "nuit"στα γαλλικά

01

νύχτα, νύχτα

période de temps où il fait sombre, entre la fin du jour et le début du matin 
la nuit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
nuits
Παραδείγματα
Il fait noir pendant la nuit. 

Είναι σκοτεινά κατά τη διάρκεια της νύχτας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store