Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La note
01
σημείωμα, σημείωση
petit texte écrit pour se souvenir de quelque chose ou pour transmettre une information
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
notes
Παραδείγματα
J'ai laissé une note sur le frigo.
Άφησα ένα σημείωμα στο ψυγείο.
02
νότα
signe représentant un son musical précis dans une partition
Παραδείγματα
Il a joué une fausse note au piano.
Έπαιξε μια λάθος νότα στο πιάνο.
03
βαθμός, σημείωμα
chiffre ou lettre donnée pour évaluer le travail d'un élève
Παραδείγματα
J'ai eu une bonne note en mathématiques.
Πήρα ένα καλό βαθμό στα μαθηματικά.
04
λογαριασμός, απόδειξη
montant à payer pour un service reçu, comme à l'hôtel ou au restaurant
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
La note d'hôtel est de 85 euros.
Ο λογαριασμός του ξενοδοχείου είναι 85 ευρώ.



























