Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
médiatique
01
μέσων μαζικής ενημέρωσης, σχετικός με τα μέσα
qui concerne les médias ou qui est largement diffusé par eux
Παραδείγματα
Ce type de reportage est très médiatique.
Αυτό το είδος ρεπορτάζ είναι πολύ μέντια.
02
μεταδοτικός, φιλικός προς τα μέσα
qui attire l'attention des médias, conçu pour plaire ou impressionner le public
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
le plus médiatique
συγκριτικός βαθμός
plus médiatique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
médiatique
αρσενικό πληθυντικό
médiatiques
θηλυκό ενικό
médiatique
θηλυκό πληθυντικό
médiatiques
Παραδείγματα
Les annonces médiatiques attirent l' attention du public rapidement.
Οι μεταδοτικές ανακοινώσεις προσελκύουν γρήγορα την προσοχή του κοινού.



























