Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
médiocre
01
μέτριος, χαμηλής ποιότητας
qui est de qualité ou de niveau faible, ordinaire, sans excellence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus médiocre
συγκριτικός βαθμός
plus médiocre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
médiocre
αρσενικό πληθυντικό
médiocres
θηλυκό ενικό
médiocre
θηλυκό πληθυντικό
médiocres
Παραδείγματα
Il a un niveau médiocre en français.
Έχει μέτριο επίπεδο στα γαλλικά.
02
λιγοστός, ανεπαρκής
qui est faible en quantité, en intensité ou en importance
Παραδείγματα
Sa contribution à l' équipe reste médiocre.
Η συμβολή του στην ομάδα παραμένει μέτρια.



























