Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La médecine
[gender: feminine]
01
ιατρική, ιατρική επιστήμη
discipline qui étudie la prévention, le diagnostic et le traitement des maladies chez l'homme
Παραδείγματα
La médecine préventive est essentielle pour la santé publique.
Η προληπτική ιατρική είναι απαραίτητη για τη δημόσια υγεία.



























