la decine
me
me
decine
dsɪn
dsin

Ορισμός και σημασία του "médecine"στα γαλλικά

01

ιατρική, ιατρική επιστήμη

discipline qui étudie la prévention , le diagnostic et le traitement des maladies chez l'homme 
la médecine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
médecines
Παραδείγματα
Elle étudie la médecine à l'université depuis cinq ans. 

Σπουδάζει ιατρική στο πανεπιστήμιο εδώ και πέντε χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store